Το καΐκι από τη Ρόδο κάμπτει το τελευταίο ακρωτήρι και το λιμάνι ανοίγεται μεμιάς μπροστά σου. Ο Γιαλός σκαρφαλώνει και στις δύο πλαγιές του όρμου, κλιμακωτά, σε ώχρα, κεραμιδί κι ένα ξεθωριασμένο μπλε, σπίτι πάνω από σπίτι, ώσπου παίρνει τη σκυτάλη ο γυμνός βράχος. Δεν υπάρχει σταδιακό πλησίασμα, ούτε προάστια να διασχίσεις. Είσαι απλώς μέσα του, κι ολόκληρο το λιμάνι σε κοιτάζει.
Το χρώμα είναι χρήμα. Για το μεγαλύτερο μέρος του δέκατου ένατου αιώνα η Σύμη ζούσε από τον βυθό. Οι άντρες της κατέβαιναν για σφουγγάρια, πρώτα με κομμένη ανάσα και μια πέτρα να τους βουλιάξει, αργότερα με τα βαριά χάλκινα σκάφανδρα που σακάτεψαν και σκότωσαν όσους έκαναν πλούσιους. Ο στόλος δούλευε τις ακτές της Βόρειας Αφρικής κι έστελνε την ψαριά του ως το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη. Στο απόγειό της το νησί έφτασε γύρω στους 22.500 κατοίκους, περισσότερους απ' όσους ζούσαν στη Ρόδο. Στην απογραφή του 2021 ο αριθμός είχε πέσει στους περίπου 2.600.
Κάθε μία απ' αυτές τις ξεθωριασμένες προσόψεις πληρώθηκε από έναν άντρα που κρατούσε την ανάσα του στο σκοτάδι, κάπου ανοιχτά της Λιβύης.
Ο πλούτος χτίστηκε προς τα πάνω. Οι εμπορικές οικογένειες σήκωσαν ψηλά νεοκλασικά, με αετώματα στα παράθυρα και βαμμένο σοβά, ο κάθε όροφος μια μικρή δήλωση θέσης, και τα έστησαν στην πλαγιά ώστε το λιμάνι να διαβάζεται σαν αμφιθέατρο με το νερό για σκηνή. Ύστερα το εμπόριο έσπασε. Οι Ιταλοί που κρατούσαν τα Δωδεκάνησα απαγόρευσαν την κατάδυση στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Κάλυμνος πήρε τη δουλειά, κι οι οικογένειες σκόρπισαν. Πολλά από τα ωραιότερα αρχοντικά έμειναν άδεια για δεκαετίες. Κάποια στέκουν έτσι ακόμη, ξεσκέπαστα πίσω από μια πρόσοψη ακέραιη και τέλεια στις αναλογίες της.
Ο σωστός τρόπος να διαβάσεις τον τόπο είναι με τα πόδια. Ανέβα την Καλή Στράτα, το φαρδύ πέτρινο σκαλοπάτι των πεντακοσίων περίπου σκαλιών που δένει τον Γιαλό με το Χωριό, την παλιά πρωτεύουσα ψηλά στη ράχη. Χαράχτηκε για να γυρίζουν σπίτι οι εύποροι με κάποια άνεση. Στη μέση της ανηφόρας η βοή του λιμανιού αραιώνει. Αναστηλωμένα αρχοντικά στέκουν δίπλα σε ρημαγμένα, μια γάτα κοιμάται σε ζεστό περβάζι, ένα ασβεστωμένο ξωκλήσι χώνεται στη γωνία εκεί που το μονοπάτι στρίβει.
Το κρατάμε πάντα για το απόγευμα. Κατά τις πέντε τα εκδρομικά καΐκια λύνουν κάβους για τη Ρόδο και παίρνουν μαζί τους το πλήθος, κι η προκυμαία ξεφυσά. Οι ταβέρνες στρώνουν ξανά τα τραπέζια τους, ένας ψαράς μαζεύει τα παραγάδια, το φως γίνεται μελί κι ύστερα ρόδινο καθώς ο ήλιος πέφτει πίσω από την απέναντι ράχη. Για μια ώρα η βαμμένη πόλη ανήκει πάλι στους λίγους χιλιάδες που δεν έφυγαν ποτέ.



