Ο δρόμος νότια από την Καλαμάτα ανηφορίζει μέσα στον βράχο και ουσιαστικά δεν ξανακατεβαίνει. Εδώ είναι η Μάνη, η μεσαία από τις τρεις χερσονήσους που κρέμονται από την Πελοπόννησο, μια ραχοκοκαλιά γυμνού ασβεστόλιθου, ο Ταΰγετος, που τρέχει ως τη θάλασσα. Δέντρα λίγα. Αυτό που υπάρχει, χωριό το χωριό, είναι πύργοι.
Είναι τα πυργόσπιτα, χτισμένα για να τα κατοικείς και να πολεμάς από μέσα τους ταυτόχρονα. Τα περισσότερα από όσα στέκουν ακόμη σηκώθηκαν ανάμεσα στον δέκατο έβδομο και τον δέκατο ένατο αιώνα, τότε που καμία εξουσία δεν έφτανε ως εδώ και νόμος ήταν ό,τι μπορούσε να επιβάλει μια οικογένεια. Ο πύργος ήταν σπίτι, φρούριο και δήλωση ισχύος μαζί. Όσο ψηλότερα ανέβαινε, τόσα περισσότερα διεκδικούσε η γενιά πίσω του.
Οι φαμίλιες πολεμούσαν πολύ περισσότερο μεταξύ τους παρά με κανέναν απ' έξω. Οι βεντέτες κρατούσαν χρόνια, πότε πότε δεκαετίες, και δίνονταν από τις ταράτσες. Το ύψος ήταν όλο το παιχνίδι. Μια οικογένεια που απειλούνταν πρόσθετε έναν όροφο, κι ο αντίπαλος απαντούσε με άλλον έναν. Ο Πάτρικ Λι Φέρμορ, που ήρθε εδώ τη δεκαετία του 1950 και ουσιαστικά δεν έφυγε ποτέ, είδε το ίδιο το χτίσιμο να γίνεται όπλο.
Διαβάζεις την ιεραρχία ενός χωριού στη γραμμή του ουρανού του, όπως θα διάβαζες μια σελίδα. Όποιος έχτισε ψηλότερα, μίλησε τελευταίος.
Το πιο ακέραιο απ' όλα είναι η Βάθεια, κοντά στην άκρη, ένα τσαμπί πύργων στοιβαγμένο σε έναν γκρεμό πάνω από τη θάλασσα. Άδειασε μέσα στον περασμένο αιώνα, καθώς οι βεντέτες έσβησαν κι οι νέοι έφυγαν για την Αθήνα και το εξωτερικό. Μια αναστήλωση στη δεκαετία του 1980 έσωσε την πέτρα. Το μεγαλύτερο μέρος στέκει άδειο ακόμη κι έτσι, μελί στις έξι το απόγευμα, ξεσκέπαστο κατά τόπους, υπομονετικό.
Η διάθεση αλλάζει λίγο πιο πάνω στην ακτή, στην Αρεόπολη, τη μικρή πρωτεύουσα που πήρε το όνομά της από τον Άρη, τον θεό του πολέμου. Από εδώ ξεκίνησαν οι Μανιάτες το 1821 για να ανοίξουν τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, κι η πόλη κράτησε την τραχιά αυτοπεποίθηση ανθρώπων που ποτέ δεν υποτάχθηκαν εντελώς. Οι ταβέρνες σερβίρουν ό,τι δίνει ο τόπος: παστό χοιρινό, χοντρό ντόπιο λουκάνικο, άγρια χόρτα, θυμαρίσιο μέλι.
Στην άκρη άκρη, η στεριά σταματά στο ακρωτήριο Ταίναρο, το νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ελλάδας. Οι αρχαίοι έβαλαν εδώ μία από τις πύλες του Κάτω Κόσμου, σε μια θαλασσινή σπηλιά που μπορείς ακόμη να κατέβεις. Δύο θάλασσες σμίγουν έξω από το ακρωτήρι κι ο άνεμος σπάνια πέφτει. Πίσω σου, σε όλη τη ράχη, οι πύργοι κρατούν τη γραμμή τους.
Ολόκληροι πύργοι χτίστηκαν κάτω από τα πυρά: οι τοίχοι που έβλεπαν προς τη ζώνη που χτυπούσε ο εχθρός σηκώνονταν τη νύχτα, οι υπόλοιποι τη μέρα, με τους αμυνόμενους να πυροβολούν από τη μια μεριά και τους χτίστες να βάζουν τον έναν ασβεστολιθικό κύβο πάνω στον άλλο, ώσπου να ξεπεράσουν σε ύψος τον εχθρό.
Πάτρικ Λι Φέρμορ, «Μάνη: Ταξίδια στη Νότια Πελοπόννησο»



