Έχουμε σταθεί στην παλιά γέφυρα της Χαλκίδας την ώρα της νεκρής θάλασσας, τότε που το κανάλι από κάτω δεν δείχνει τίποτα, μια λωρίδα επίπεδης πράσινης θάλασσας τριάντα οκτώ μέτρα πλάτος. Ξαναγυρίσαμε μία ώρα αργότερα και το βρήκαμε να τρέχει ορμητικά προς την αντίθετη μεριά, να στοιβάζεται στα βάθρα σαν ποτάμι σε πλημμύρα. Τίποτα πάνω από το νερό δεν το εξηγεί.
Ο Εύριπος είναι η στενή πύλη ανάμεσα στον Βόρειο και τον Νότιο Ευβοϊκό, το νήμα θάλασσας που χωρίζει την Εύβοια από την ηπειρωτική Ελλάδα. Και τις δύο λεκάνες τις γεμίζει και τις αδειάζει το ίδιο φεγγάρι, όχι όμως την ίδια στιγμή. Η παλίρροια φτάνει στον νότιο κόλπο κάτι παραπάνω από μία ώρα πριν φτάσει στον βόρειο, και το νερό που σπρώχνεται μέσα από το άνοιγμα προσπαθεί αδιάκοπα να ισοφαρίσει μια διαφορά που ποτέ δεν καταλαγιάζει εντελώς. Τον περισσότερο μήνα το αποτέλεσμα είναι τακτικό. Το ρεύμα γυρίζει περίπου κάθε έξι ώρες, τέσσερις φορές τη μέρα, με μια σύντομη ανάπαυλα σε κάθε αλλαγή, όσο η θάλασσα αποφασίζει προς τα πού θα γείρει.
Για έξι ή εφτά μέρες τον μήνα το στενό απλώς χάνει τον λογαριασμό, κι αναποδογυρίζει όποτε του καπνίσει.
Γύρω στα φεγγάρια των τετάρτων ο ρυθμός σπάει. Εκείνες τις μέρες το ρεύμα παύει να κρατά τον χρόνο και μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση ως και δεκατέσσερις φορές μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες, χωρίς κανένα διάστημα που θα μπορούσες να ρυθμίσεις ρολόι. Οι Χαλκιδέοι τα λένε τρελά νερά. Η ροή κορυφώνεται γύρω στα δώδεκα χιλιόμετρα την ώρα, αρκετά γρήγορη ώστε οι ψαράδες που δουλεύουν το κανάλι να τη διαβάζουν όπως άλλοι διαβάζουν δρομολόγιο.
Ο Αριστοτέλης ήξερε αυτό το νερό. Πέρασε τον τελευταίο του χρόνο στη Χαλκίδα και πέθανε εδώ το 322 π.Χ., κι ένας ανθεκτικός θρύλος τον θέλει να πέφτει στο στενό από απόγνωση που δεν κατάφερε να το εξηγήσει. Η ιστορία είναι σχεδόν σίγουρα επινόηση, κι όμως επιβιώνει γιατί μοιάζει δικαιωμένη. Το φαινόμενο αντιστάθηκε σε μια πειστική εξήγηση για πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια. Μόλις το 1929 ο Δημήτριος Αιγινήτης, τότε διευθυντής του Αστεροσκοπείου Αθηνών, το περιέγραψε ως στάσιμο κύμα, μια ταλάντωση που ξεκινά ανάμεσα στους δύο κόλπους από την παλίρροια και τον άνεμο μαζί.
Ξύλινη γέφυρα περνά το άνοιγμα από το 1858, η πρώτη του είδους της εδώ, κι εκείνη που στέκει τώρα γλιστρά στο πλάι για να περάσει ένα σκάφος και μετά ξανακλείνει πάνω από το ρεύμα. Στάσου πάνω της αρκετά και νιώθεις αυτό που ένιωθαν οι αρχαίοι. Το νερό δεν απαντά στον καιρό, ούτε στο ρολόι, ούτε στο πλήθος στο κιγκλίδωμα. Κρατά ένα πρόγραμμα γραμμένο κάπου κάτω από την επιφάνεια, με γραφή που κανείς δεν έμαθε ποτέ να διαβάζει ως το τέλος.



