Μπήκαμε στο Μπεράτι αργά, όπως πρέπει, με τον ήλιο να φεύγει από το φαράγγι του Όσουμ και την απέναντι όχθη να τον πιάνει αναβαθμίδα την αναβαθμίδα. Το ποτάμι τρέχει γκριζοπράσινο μέσα από την πόλη. Κι από τις δύο πλευρές τα οθωμανικά σπίτια στοιβάζονται στις πλαγιές, το καθένα γυρισμένο στο νερό, το καθένα να δείχνει περισσότερο τζάμι παρά τοίχο. Οι οδηγοί ισοπεδώνουν τη ντόπια φράση σε πόλη των χιλίων παραθύρων. Στάσου στην παλιά γέφυρα της Γκόριτσα εκείνη την ώρα κι η υπερβολή βρίσκει το δίκιο της.
Το φως δεν πέφτει πάνω στο Μπεράτι. Δίνεται ψηλά, παράθυρο το παράθυρο, ώσπου όλος ο λόφος να φωτιστεί από κάτω.
Το Μανγκαλέμ είναι η παλιά συνοικία στην κοντινή όχθη, η Γκόριτσα εκείνη απέναντι, κι η πέτρινη γέφυρα ανάμεσά τους. Πάνω κι από τις δύο κάθεται η Κάλα, το κάστρο, κι εδώ είναι κάτι που κανείς δεν σου λέει από πριν. Δεν είναι ερείπιο με εισιτήριο, αλλά μια γειτονιά όπου ο κόσμος ακόμη ζει, με μπουγάδες απλωμένες ανάμεσα σε πύργους που στέκονταν εδώ πολύ πριν έρθουν οι Οθωμανοί. Ανηφορίσαμε το καλντερίμι της στο τελευταίο φως, περνώντας μια γυναίκα που καθάριζε φασόλια στο σκαλί της κι ένα μικρό βυζαντινό εκκλησάκι κιόλας κλειδωμένο για τη νύχτα.
Η UNESCO πρόσθεσε την πόλη στη λίστα της το 2008, και διαβάζεις και το γιατί και το τι κοστίζει η ετικέτα. Τα καλντερίμια είναι σκουπισμένα, ο ασβέστης κρατημένος λευκός, μια σειρά από τα χαμηλά σπίτια λειτουργεί πια ως ξενώνες. Περπάτα όμως δέκα λεπτά μέσα στη συνοικία, μακριά από τον έναν πολυσύχναστο δρόμο, και το Μπεράτι ησυχάζει με τρόπο που μοιάζει αδιαχείριστος. Γάτες πάνω σε ζεστή πέτρα. Ένα ραδιόφωνο πίσω από κάποιο παντζούρι. Καπνός από ξύλα, που τον Οκτώβρη εδώ δεν φεύγει ποτέ εντελώς από τον αέρα, ν' ανεβαίνει πλάι στα τζάμια.
Φάγαμε αργά, σε μια ταράτσα πάνω από το ποτάμι, ένα πιάτο ψητή πέστροφα κι ένα κανάτι κρασί από κάποιο απ' τα αμπέλια της ίδιας της κοιλάδας. Τα απέναντι παράθυρα σκοτείνιαζαν ένα ένα καθώς ο κόσμος κλεινόταν στα σπίτια. Όταν φύγαμε, το Μανγκαλέμ ήταν μια μαύρη πλαγιά με σκόρπια φωτισμένα τετράγωνα, κι ήταν εύκολο να πιστέψεις την παλιότερη, πιο παράξενη εκδοχή του ονόματος που μας είχε δώσει νωρίτερα ένας άντρας στον ξενώνα. Όχι χίλια παράθυρα, είπε. Ένα παράθυρο πάνω από τ' άλλο, ως την κορυφή.



